Τμήματα Ένταξης: Η πρόκληση να συνδέουν, όχι να διαχωρίζουν
Η ανακοίνωση από το Υπουργείο Παιδείας για την ίδρυση «3448 νέων Τμημάτων Ένταξης από το Δημοτικό έως και το Λύκειο σε όλες τις περιφέρειες της χώρας» για την υποστήριξη μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (ΕΕΑ) αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη στον χώρο της εκπαίδευσης. Ωστόσο, η αξιοποίηση των Τμημάτων αυτών πρέπει να οδηγήσει σε βελτίωση της ένταξης και της συμπερίληψης και όχι σε αύξηση του αποκλεισμού των μαθητών από τα τμήματα της γενικής αγωγής, τόσο στην Π/θμια όσο και στη Δ/θμια Εκπαίδευση.
Τα Τμήματα Ένταξης λειτουργούν εδώ και χρόνια προς όφελος μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες, παρέχοντας υποστήριξη σε ολιγομελές και εξειδικευμένο περιβάλλον. Ωστόσο, όταν η παρέμβαση περιορίζεται σε λίγα, επιλεγμένα μαθήματα και πραγματοποιείται εκτός της γενικής τάξης, περιορίζονται σημαντικά οι ευκαιρίες ουσιαστικής συμμετοχής αυτών των μαθητών στη σχολική κοινότητα. Έτσι, αντί για γέφυρα ένταξης, δημιουργείται, έστω άθελα, ένας παράλληλος εκπαιδευτικός χώρος, που δεν εξυπηρετεί πάντα την αρχική φιλοσοφία της συμπερίληψης.
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (Ν. 3699/2008, άρθρο 6, παρ. γ.αα., Ν. 4368/2016 ΦΕΚ 21/21-2-2016, άρθρο 82, παρ. 5), σκοπός του Τμήματος Ένταξης (Τ.Ε.) είναι η πλήρης ένταξη των μαθητών στο σχολικό περιβάλλον μέσω ειδικών εκπαιδευτικών παρεμβάσεων και προγραμμάτων. Ο εκπαιδευτικός του Τ.Ε. οφείλει να παρακολουθεί τους μαθητές εντός της τάξης τους και, σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς της γενικής παιδείας (ΠΕ02, ΠΕ03, ΠΕ04), να καταρτίζουν από κοινού εξατομικευμένα προγράμματα, με στόχο την κάλυψη των μαθησιακών κενών και την ουσιαστική ένταξη. Επίσης, το Τ.Ε. μπορεί να υποστηρίξει μαθητές και προσωρινά – μέχρι την έκδοση γνωμάτευσης από το ΚΕΔΑΣΥ (Υ.Α. 27922/Γ6, ΦΕΚ 449/2007).
Η αξιολόγηση των μαθητών με ή χωρίς ΕΕΑ αποσκοπεί κυρίως στην ανατροφοδότηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και τον εντοπισμό μαθησιακών αναγκών, με στόχο τη βελτίωση της εκπαίδευσης (Φ.251/77753/Α5/16-5-2019). Για μαθητές με ΕΕΑ λαμβάνονται υπόψη ο ρυθμός μάθησης, οι δεξιότητες ζωής, η προσπάθεια, η συνεργασία και η δημιουργικότητα. Η Υ.Α. 102357/Γ6/2002 ορίζει ότι η ευθύνη της εκπαίδευσης και αξιολόγησης αυτών των μαθητών ανήκει και στους δύο εκπαιδευτικούς , του Τ.Ε. και της γενικής τάξης, μέσω τακτικής συνεργασίας και προσαρμογής της διδασκαλίας.
Παρά τη θεσμική πρόβλεψη, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η απουσία ουσιαστικής συνεργασίας περιορίζει τη συμπερίληψη. Σε ένα σχολείο με παιδαγωγική κουλτούρα συμπερίληψης, όλοι οι εκπαιδευτικοί, ανεξαρτήτως ειδικότητας, συμβάλλουν στην ενδυνάμωση όλων των μαθητών, ακαδημαϊκά, κοινωνικά και συναισθηματικά. Η σχολική τάξη λειτουργεί ως ενιαία μαθησιακή κοινότητα, με τον εκπαιδευτικό να καθοδηγεί και να συντονίζει. Το επιχείρημα «δεν είμαστε στο ίδιο σημείο της ύλης» δεν μπορεί να αποτελεί εμπόδιο. Ο στόχος είναι η ένταξη και όχι η τυπική πρόοδος.
Πολλά σχολεία λειτουργούν ήδη με παραδείγματα καλών πρακτικών: συνδιδασκαλία, κοινές δραστηριότητες και επαναλήψεις, πειράματα, δημιουργική συνεργασία. Αυτά τα παραδείγματα αποδεικνύουν ότι η συνύπαρξη είναι όχι μόνο εφικτή αλλά και επωφελής για όλους, συμπεριλαμβανομένων μαθητών που δεν έχουν διαγνωστεί επισήμως αλλά χρειάζονται ανάλογη υποστήριξη.
Το νομικό πλαίσιο υπάρχει. Αυτό που χρειάζεται είναι ενεργή διοικητική ενθάρρυνση, παιδαγωγική βούληση και μια κουλτούρα συνεργασίας. Το σημερινό σχολείο οφείλει να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του, να καλλιεργεί τη χαρά της μάθησης και να δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο κάθε παιδί θέλει να συμμετέχει. Η συνδιδασκαλία, η κοινή προετοιμασία και οι συνεργατικές συναντήσεις εκπαιδευτικών δεν είναι απλώς δυνατές, είναι απαραίτητες. Το ζήτημα δεν είναι νομικό. Είναι παιδαγωγικό.
Συνοψίζοντας, η ίδρυση των νέων Τμημάτων Ένταξης είναι μια θετική εξέλιξη, που όμως θα αποδώσει μόνο αν συνοδευτεί από ουσιαστική συνεργασία μεταξύ γενικής και ειδικής αγωγής. Οι δομές από μόνες τους δεν αρκούν, απαιτείται κοινός παιδαγωγικός προσανατολισμός, συνδιδασκαλία, και κουλτούρα συμπερίληψης στο καθημερινό σχολικό περιβάλλον. Η στήριξη από Δήμους και Πολιτεία, με υποδομές και στελέχωση, είναι σημαντική. Όμως, το πραγματικό στοίχημα είναι στα χέρια της σχολικής κοινότητας: στη συνεργασία, την εμπιστοσύνη και την κοινή ευθύνη απέναντι σε όλα τα παιδιά.
Μόνο έτσι θα δικαιώσουμε τον λόγο ύπαρξής των Τμημάτων Ένταξης: να συνδέουν, όχι να διαχωρίζουν.
Μανόλης Κουσλόγλου
Αθανάσιος Χριστόπουλος
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου