Μαθητές με
αναπηρία και ειδικές μαθησιακές δυσκολίες: Οι προκλήσεις στη συνεργασία των
εκπαιδευτικών και ποιο τελικά είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Τους τελευταίους μήνες γίνεται μεγάλη συζήτηση, που φτάνει σε
επίπεδο διαμάχης στις σχολικές μονάδες, σχετικά με τις νέες κατευθύνσεις για τη
λειτουργία των Τμημάτων Ένταξης και της Παράλληλης Στήριξης. Σύμφωνα με τις νέες
οδηγίες, τα παιδιά με αναπηρίες και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες διδάσκονται
πλέον μαζί με τα υπόλοιπα, ενώ οι εκπαιδευτικοί ειδικής αγωγής ασχολούνται
πλέον με όλα τα παιδιά που παρουσιάζουν υστέρηση ή δυσκολίες στο μάθημα. Σε
περιπτώσεις που κρίνεται σκόπιμο, τα παιδιά αυτά (του Τμήματος Ένταξης)
διδάσκονται σε άλλη αίθουσα για κάποια μαθήματα, όπως συνέβαινε συστηματικά
(και αποκλειστικά) στο παρελθόν.
Με τις νέες κατευθύνσεις
αναδύθηκαν ένα σωρό προβλήματα και προκλήσεις που υπόβοσκαν και συνήθως ήταν
καλά κουκουλωμένες εδώ και δεκαετίες στα σχολεία.
Πρώτα – πρώτα, αναδύθηκε η δυσκολία συνεργασίας μεταξύ
συναδέλφων. Το γνωρίζαμε, αφού ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι γενικά μοναχικός.
Ωστόσο, προέκυψαν νέες προκλήσεις: Πώς θα συνεννοηθεί ο εκπαιδευτικός γενικής
παιδείας με τον ειδικής αγωγής άραγε ως προς το περιεχόμενο και το επίπεδο του μαθήματος;
Πώς θα διαμοιρασθεί η «αυθεντία» του ενός του Τμήματος (γενικής ή ειδικής
αγωγής) στα δύο; Πώς θα «προχωράμε» στην ύλη; Ποια η συμμετοχή του καθενός εκπαιδευτικού
στο Τμήμα; Δεν διαταράσεται το κλίμα στην τάξη με παιδιά με ΔΕΠΥ, ας πούμε ή
γενικά πιο «ανήσυχα; Και το… «βασικότερο» όλων: Τι θα συμβαίνει όταν ο ένας από
τους δύο εκπαιδευτικούς της τάξης (κυρίως ο γενικής παιδείας) απουσιάζει, θα
συνεχίζει το μάθημα ο άλλος;
Ας ξεκινήσουμε.
Οι εκπαιδευτικοί είναι
πάνω από όλα επαγγελματίες και συνεργάτες και όχι φίλοι. Η συνεργασία βασίζεται
λοιπόν στις επαγγελματικές ανάγκες και όχι στις άριστες σχέσεις και στα… κοινά
χνώτα. Σε αυτό το πλαίσιο, οφείλουμε να συνεργαστούμε. Πώς; «Ρίχνοντας τα
μούτρα», σεβόμενοι την προσωπικότητα του συναδέλφου, έχοντας ενσυναίσθηση,
αποδεχόμενοι τη σπουδαιότητα του έργου του συναδέλφου μας. Το να θεωρούμε οι
μεν ότι η δουλειά των άλλων είναι εύκολη «γιατί έχουν λίγα παιδιά» ή των δε ότι
οι άλλοι διδάσκοντας σε πολλούς μαθητές δεν εμβαθύνουν και δεν ασχολούνται με
το κάθε παιδί ξεχωριστά, δεν βοηθά. Οφείλουμε, ο καθένας να βλέπει τα
προβλήματα και τις προκλήσεις του ρόλου του άλλου…
Όσον αφορά το πρόβλημα αν μπορούν να συμβαδίζουν όλα τα παιδιά
στην ύλη: Μισό λεπτό, εδώ και τόσα χρόνια δεν διαγωνίζονταν οι μαθητές με
αναπηρία και ειδικές μαθησιακές ανάγκες στα ίδια θέματα στις προαγωγικές εξετάσεις;
Άρα, θεωρούσαμε ότι τα παιδιά αυτά ήταν στο ίδιο επίπεδο με τα υπόλοιπα.
Συνεπώς, το πρόβλημα δεν δημιουργήθηκε με τις νέες κατευθύνσεις, απλώς
αναδύθηκε και καλούμαστε πλέον να το αντιμετωπίσουμε αντί να το κουκουλώνουμε… Άλλωστε, υπάρχει η δυνατότητα, τα παιδιά με δυσκολίες να
διδάσκονται σε άλλο Τμήμα όποτε το κρίνει ο εκπαιδευτικός τους. Χώρια που τα
μαθησιακά προβλήματα ΔΕΝ είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό των παιδιών με αναπηρία
και ειδικές μαθησιακές ανάγκες αλλά ΠΟΛΛΩΝ περισσότερων: Πολλά παιδιά δεν έχουν
διαγνωστεί γιατί απλώς δεν μπήκαν στη διαδικασία, ενώ κάποια άλλα έχουν τόσο
χαμηλό γνωστικό υπόβαθρο (να το πούμε απλά: ποτέ τους δεν μελέτησαν) που αντιμετωπίζουν
τις ίδιες και χειρότερες προκλήσεις
Όσον αφορά στην «αναπλήρωση»: Συζητάμε αν τα παιδιά που
λείπει ο εκπαιδευτικός τους γενικής παιδείας συνεχίζουν να διδάσκονται εντός της
τάξης, αντί να κυκλοφορούν στους χώρους εντός (και εκτός…) σχολείου ή αν
επιστρέφουν σπίτι δύο ή τρεις ώρες νωρίτερα, όταν υπάρχει ο/η εκπαιδευτικός
ειδικής αγωγής είναι παρών/παρούσα και εντός του Τμήματος; Γιατί το συζητάμε,
δεν είναι αυτονόητο ότι θα συνεχίσει εκείνος το μάθημα; Δεν είναι μια λαμπρή
ευκαιρία, ως το μοναδικό «αφεντικό» του Τμήματος να καλλιεργήσει σε αυτό την
έννοια της συμπερίληψης; Να εφαρμόσει τις διδακτικές μεθόδους που τόσο καλά
γνωρίζει και που θα ωφεληθούν όχι μόνο τα «δικά του» παιδιά, αλλά όλα
ανεξαιρέτως;
Βεβαίως, αξίζει να επισημανθεί ότι η ανάληψη ενός ολόκληρου τμήματος από τον συνάδελφο ειδικής αγωγής σημαίνει αυτομάτως ότι αναγνωρίζουμε τον ισότιμο ρόλο του στην τάξη.
Και πάμε στο τελευταίο και σοβαρό θέμα, αυτό του κλίματος
στην τάξη: Αν έχουν παράπονο οι ειδικότητες που «φορτώνονται» τα παιδιά με
μαθησιακές δυσκολίες κι έχουν και συνεργάτη εντός της τάξης (τον συνάδελφο
ειδικής αγωγής), τι να πούνε και όσοι αντιμετωπίζουν όλο το Τμήμα μόνοι τους,
ακόμη και σήμερα: Στη τεχνολογία, στα θρησκευτικά, στις ξένες γλώσσες, στη
μουσική, στη γυμναστική, συχνά στις Φυσικές Επιστήμες ή και στα μαθηματικά ή σε
κάποια φιλολογικά; Δηλαδή, δεν μπορούμε να δούμε τη θετική πλευρά, ότι έχουμε
κι έναν συμπαραστάτη δίπλα μας, που άλλοι «δεν δικαιούνται»;
Ωστόσο, δεν μπορούν να απαντηθούν όλα τα ερωτήματα τόσο απλά,
καθώς κάθε απάντηση γεννά και νέα ερωτήματα. Η σκληρή αλήθεια είναι ότι η
κατάσταση είναι σύνθετη και συζητάμε για θέματα που… «φορτωνόμαστε» και καλούμαστε
να λύσουμε εμείς οι εκπαιδευτικοί χωρίς να φέρουμε την ευθύνη για όλα αυτά… Διότι,
απλώς όλα τα παιδιά, ιδίως αυτά με αναπηρία και ειδικές μαθησιακές ανάγκες, δεν
είναι ικανά για όλα… Και δυστυχώς αυτό ΔΕΝ μπορεί να το κατανοήσουν, να το
παραδεχτούν πρώτα – πρώτα οι ίδιοι τους οι γονείς. Και φυσικά, μέσα σε αυτό το
πλαίσιο της εσφαλμένη νοοτροπίας, η πολιτεία δεν έχει προσφέρει τις κατάλληλες
διεξόδους γι’ αυτά τα παιδιά. Έτσι, βρίσκονται
κάποια παιδιά με βασικά ελλείμματα, άλλες πολύ βασικές ανάγκες και άλλα
ταλέντα, να διδάσκονται τριώνυμα και κβαντομηχανική! Αυτή είναι όλη η ουσία,
εκεί βρίσκεται το πρόβλημα…
Αυτήν τη νοοτροπία πρέπει να πολεμήσουμε εμείς οι
εκπαιδευτικοί πάνω από όλα με τη στέρεη στήριξη της κοινωνίας και κατ’ επέκταση
της Πολιτείας, που οφείλουν πρώτες να αναγνωρίσουν τη διαφορετικότητα και να
προσφέρουν διεξόδους που θα ωφελήσουν αυτά τα παιδιά κι έτσι θα ωφεληθούμε όλοι
μας.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου